
Είναι 5 Μαίου 2010, έχει αρκετό ήλιο σήμερα, άργησα να ξυπνήσω όπως κάθε μέρα έκλεισα 3 φορές το ξυπνητήρι, κι όταν αντιλήφθηκα πως κλασικά θα αργούσα στη δουλειά, πετάχτηκα σαν ελατήριο, ντύθηκα σε 5 λεπτά, έβγαλα το σκύλο για τσίσα, τσέκαρα τη λίστα με τα ψώνια του σουπερ μαρκετ, έβγαλα το κοτόπουλο από την κατάψυξη να ξεπαγώσει, φίλησα τον άντρα μου, έβαλα μουσική για να ξυπνήσει με το αγαπημένο του τραγούδι κ έφυγα. Οπως κάθε μέρα, βάφτηκα στο τρίτο φανάρι που κρατάει πολύ, τηλεφώνησα στη μαμά μου να της πω καλημέρα, πήρα εφημερίδα κ μπήκα στο γραφείο. Ανοιξα τον υπολογιστή, έβαλα γαλλικό καφέ κ ξεκίνησα να δουλεύω. Ηταν μία κανονική μέρα, μια βαρετά κανονική μέρα. Δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να πεθάνω σήμερα. Ούτε κι εσυ. Κι ομως έτσι έγινε.
Στις 5 Μαίου 2010 πέθανες, μέσα στο γραφείο σου από ασφυξία, επειδή δουλεύεις σε τράπεζα, υπηρετείς το κεφάλαιο, δεν απεργούσες. Καλά να πάθεις, φωνάζει η αγέλη, κ ο άνθρωπος είναι τόσο επικίνδυνο ζώο όταν βρίσκεται σε αγέλη. Πέθανες εσύ, εγώ,ο Γιώργος, η Ελένη, η Μαρία, μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε από εμάς. Οι ευθύνες σαφέστατα είναι πολλές κ βαραίνουν πολλούς, τα ελλιπή μέτρα ασφάλειας, την άδεια που έδωσε κάποτε η πολεοδομία σε ένα κτίριο που δεν τηρούσε τις προυποθέσεις, τη λανθασμένη εκτίμηση της επικινδυνότητας της κατάστασης κ πολλά άλλα που δεν είναι δουλειά μου να αξιολογήσω καθώς υποτίθεται πως υπάρχουν ειδικοί για αυτό.
Αλλά οι άνθρωποι; Οι απλοί διαδηλωτές, περαστικοί που ήταν εκεί; Πως ήταν δυνατόν να συνεχίσουν την πορεία όταν κινδύνευαν ζωές, πως ήταν δυνατόν να κατακρίνουν έναν άνθρωπο για την επιλογή να μην απεργήσει, τη στιγμή που καιγόταν; Πως είναι δυνατόν ο θυμός, αυτός ο μεγάλος κ δικαιολογημένος θυμός να εκτονώνεται στον συνάνθρωπο σου, τον διπλανό σου. αυτόν που έχει τα ίδια προβλήματα με σένα, που του μειώνονται οι αποδοχές, τα επιδόματα, τα όνειρα του, πως είναι δυνατό να έχει χαθεί κάθε όριο; Ναι, ναι το ξέρω δεν ήταν όλοι έτσι, υπήρξαν κ κάποιοι που έτρεξαν να βοηθήσουν και κατάφεραν να βοηθήσουν. Δε με ενδιαφέρουν αυτοί, αυτούς τους ξερω είναι εγώ, εσύ, είναι οι αυτονόητοι ή μήπως δεν είναι πια; Είναι οι άλλοι; Ποιοί είναι εκείνοι οι άλλοι;
Την περασμένη Κυριακή το βράδυ, παρακολούθησα την εκπομπή του Στάυρου Θεοδωράκη, αφιέρωμα στα παιδιά που χάθηκαν εκείνη την ημέρα στη Marfin. Συγκινήθηκα, απόρησα, θύμωσα, προβληματίστηκα. Έίχα υπερένταση, δεν μπορούσα να κοιμηθώ κ μπήκα στο γνωστό social media, ονόματι twitter. Ετσι αναπάντεχα τους βρήκα αυτούς τους άλλους. Αφού επιβεβαίωσα μία από τις αγαπημένες συνήθειες του Ελληνα, τη σκληρή κριτική. Προλαμβάνω τον φανταστικό μου αναγνώστη λέγοντας του πως γνωρίζω πολύ καλά πως αυτό ακριβώς κάνω κι εγώ αυτή τη στιγμή, κριτική. Μάλιστα κριτικάρω τους κριτές, τους επικριτές που δεν αντιλήφθηκαν ποτέ ποιος ήταν ο στόχος αυτής της εκπομπής κ βιάστηκαν, να χαρακτηρίσουν τον Θοδωράκη πουλημένο, ότι "τα πήρε" για να μη συκοφαντήσει τη Marfin, το Βγενόπουλο, την κυβέρνηση, ότι δεν θα έπρεπε να δουλεύει κανείς εκείνη τη μέρα, ότι έχουν ευθύνη τα παιδιά που κάηκαν. Κ τότε κατάλαβα πως όλοι εκείνοι που ήταν εκεί εκείνη την ημέρα κ προπηλάκιζαν δημοσιογράφους κ εργαζόμενους, ζουν ανάμεσα μας, πολύ κοντά μας, δεν παρασύρθηκαν απλά από το βίαιο κλίμα κ την ένταση της διαδήλωσης, είναι συνειδητοποιημένοι, κατηγορούν από τον καναπέ τους, διαμορφώνουν κλίμα κ απόψεις βλέποντας Dancing with the stars, σχολιάζουν ταυτόχρονα το φόρεμα της Μακρυπούλια, πριν από λίγο είχαν ψηφίσει τον Τρύφωνα Σαμαρα. Δεν έχω ιδέα αν έχουν πάει σε διαδήλωση στη ζωή τους αλλά εγω είμαι η τελευταία που θα τους κρίνω γι αυτό γιατι κι εγώ δεν απεργώ. Απεργώ δε σημαίνει δεν πάω δουλειά κ πίνω καφέ στο Da capo όλη μέρα, απεργώ σημαίνει δεν πάω στη δουλειά κ είμαι στην πορεία, στερούμαι το ημερομίσθιο μου γιατί αγωνίζομαι για κάτι σημαντικό. Δεν είναι ότι δεν απεργώ γιατί δεν έχω άποψη, παράπονα, θέληση για αντίδραση. Δεν απεργώ γιατι δε γουστάρω τον τρόπο που διαδηλώνετε, γιατί δε θέλω να είμαι η κάλυψη του κωλόπαιδου, που δηλώνει φοιτητής κ ζει με τα λεφτά του μπαμπά κ στον ελεύθερο του χρόνο, πετάει μολότωφ χωρίς να έχει ιδέα γιατί το κάνει, χωρίς να έχει διαβάσει Μαρξ, Μπακούνιν, Τσόμσκι κ είναι ο ίδιος που τα σπάει στα γήπεδα, γιατί δε θέλω να σπάσω το μαγαζί με τα παπούτσια στη γωνία γιατί δε μου φταίει σε τίποτα ο έμπορος που τα έχει, γιατί δε θέλω να βρίσω κανένα μπάτσο κ μετά από ένα μήνα να κάνω γκρουπ στο facebook για τον "καημένο" αστυνομικό που του σκασε το γράμμα στα χέρια. Δεν πιστεύω στις παράπλευρες απώλειες, πιστεύω στην απώλεια που για σένα είναι παράπλευρή αλλά για κάποιον άλλον είναι η μάνα του, η αδερφή του, ο άνθρωπος που αγαπάει, όλη του η ζωή. Γιατί έτσι δεν θα γίνει τίποτα. Η απάντηση ήρθε από το στόμα του άντρα μιας από των εκλιπόντων, με αξιοπρέπεια, χωρίς δάκρυα, υστερίες κ πλαστές συγκινήσεις "Ας κάτσουμε να σκεφτούμε όλοι τι κάναμε κ φτάσαμε ως εδω". Οχι τι κάνατε, ούτε τι κάνανε, ΤΙ ΚΑΝΑΜΕ.
Είναι 5 Μαίου 2011, δεν έχει ήλιο σήμερα, βρέχει από το πρωί, άργησα να ξυπνήσω όπως κάθε μέρα έκλεισα 3 φορές το ξυπνητήρι, κι όταν αντιλήφθηκα πως κλασικά θα αργούσα στη δουλειά, πετάχτηκα σαν ελατήριο, ντύθηκα σε 5 λεπτά, έβγαλα το σκύλο για τσίσα, τσέκαρα τη λίστα με τα ψώνια του σουπερ μαρκετ, έβγαλα το κοτόπουλο από την κατάψυξη να ξεπαγώσει, φίλησα τον άντρα μου, έβαλα μουσική για να ξυπνήσει με το αγαπημένο του τραγούδι κ έφυγα. Οπως κάθε μέρα, βάφτηκα στο τρίτο φανάρι που κρατάει πολύ, τηλεφώνησα στη μαμά μου να της πω καλημέρα, πήρα εφημερίδα κ μπήκα στο γραφείο. Ανοιξα τον υπολογιστή, έβαλα γαλλικό καφέ κ ξεκίνησα να δουλεύω. Είναι μία κανονική μέρα, μια βαρετά κανονική μέρα. Δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να πεθάνω σήμερα. Και δε θέλω να πεθάνω σήμερα, ούτε να νιώθω τύψεις που ζω. Θέλω να κάτσω κ να σκεφτώ τι έκανα κ φτάσαμε ως εδώ.
Στις 5 Μαίου 2010 πέθανες, μέσα στο γραφείο σου από ασφυξία, επειδή δουλεύεις σε τράπεζα, υπηρετείς το κεφάλαιο, δεν απεργούσες. Καλά να πάθεις, φωνάζει η αγέλη, κ ο άνθρωπος είναι τόσο επικίνδυνο ζώο όταν βρίσκεται σε αγέλη. Πέθανες εσύ, εγώ,ο Γιώργος, η Ελένη, η Μαρία, μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε από εμάς. Οι ευθύνες σαφέστατα είναι πολλές κ βαραίνουν πολλούς, τα ελλιπή μέτρα ασφάλειας, την άδεια που έδωσε κάποτε η πολεοδομία σε ένα κτίριο που δεν τηρούσε τις προυποθέσεις, τη λανθασμένη εκτίμηση της επικινδυνότητας της κατάστασης κ πολλά άλλα που δεν είναι δουλειά μου να αξιολογήσω καθώς υποτίθεται πως υπάρχουν ειδικοί για αυτό.
Αλλά οι άνθρωποι; Οι απλοί διαδηλωτές, περαστικοί που ήταν εκεί; Πως ήταν δυνατόν να συνεχίσουν την πορεία όταν κινδύνευαν ζωές, πως ήταν δυνατόν να κατακρίνουν έναν άνθρωπο για την επιλογή να μην απεργήσει, τη στιγμή που καιγόταν; Πως είναι δυνατόν ο θυμός, αυτός ο μεγάλος κ δικαιολογημένος θυμός να εκτονώνεται στον συνάνθρωπο σου, τον διπλανό σου. αυτόν που έχει τα ίδια προβλήματα με σένα, που του μειώνονται οι αποδοχές, τα επιδόματα, τα όνειρα του, πως είναι δυνατό να έχει χαθεί κάθε όριο; Ναι, ναι το ξέρω δεν ήταν όλοι έτσι, υπήρξαν κ κάποιοι που έτρεξαν να βοηθήσουν και κατάφεραν να βοηθήσουν. Δε με ενδιαφέρουν αυτοί, αυτούς τους ξερω είναι εγώ, εσύ, είναι οι αυτονόητοι ή μήπως δεν είναι πια; Είναι οι άλλοι; Ποιοί είναι εκείνοι οι άλλοι;
Την περασμένη Κυριακή το βράδυ, παρακολούθησα την εκπομπή του Στάυρου Θεοδωράκη, αφιέρωμα στα παιδιά που χάθηκαν εκείνη την ημέρα στη Marfin. Συγκινήθηκα, απόρησα, θύμωσα, προβληματίστηκα. Έίχα υπερένταση, δεν μπορούσα να κοιμηθώ κ μπήκα στο γνωστό social media, ονόματι twitter. Ετσι αναπάντεχα τους βρήκα αυτούς τους άλλους. Αφού επιβεβαίωσα μία από τις αγαπημένες συνήθειες του Ελληνα, τη σκληρή κριτική. Προλαμβάνω τον φανταστικό μου αναγνώστη λέγοντας του πως γνωρίζω πολύ καλά πως αυτό ακριβώς κάνω κι εγώ αυτή τη στιγμή, κριτική. Μάλιστα κριτικάρω τους κριτές, τους επικριτές που δεν αντιλήφθηκαν ποτέ ποιος ήταν ο στόχος αυτής της εκπομπής κ βιάστηκαν, να χαρακτηρίσουν τον Θοδωράκη πουλημένο, ότι "τα πήρε" για να μη συκοφαντήσει τη Marfin, το Βγενόπουλο, την κυβέρνηση, ότι δεν θα έπρεπε να δουλεύει κανείς εκείνη τη μέρα, ότι έχουν ευθύνη τα παιδιά που κάηκαν. Κ τότε κατάλαβα πως όλοι εκείνοι που ήταν εκεί εκείνη την ημέρα κ προπηλάκιζαν δημοσιογράφους κ εργαζόμενους, ζουν ανάμεσα μας, πολύ κοντά μας, δεν παρασύρθηκαν απλά από το βίαιο κλίμα κ την ένταση της διαδήλωσης, είναι συνειδητοποιημένοι, κατηγορούν από τον καναπέ τους, διαμορφώνουν κλίμα κ απόψεις βλέποντας Dancing with the stars, σχολιάζουν ταυτόχρονα το φόρεμα της Μακρυπούλια, πριν από λίγο είχαν ψηφίσει τον Τρύφωνα Σαμαρα. Δεν έχω ιδέα αν έχουν πάει σε διαδήλωση στη ζωή τους αλλά εγω είμαι η τελευταία που θα τους κρίνω γι αυτό γιατι κι εγώ δεν απεργώ. Απεργώ δε σημαίνει δεν πάω δουλειά κ πίνω καφέ στο Da capo όλη μέρα, απεργώ σημαίνει δεν πάω στη δουλειά κ είμαι στην πορεία, στερούμαι το ημερομίσθιο μου γιατί αγωνίζομαι για κάτι σημαντικό. Δεν είναι ότι δεν απεργώ γιατί δεν έχω άποψη, παράπονα, θέληση για αντίδραση. Δεν απεργώ γιατι δε γουστάρω τον τρόπο που διαδηλώνετε, γιατί δε θέλω να είμαι η κάλυψη του κωλόπαιδου, που δηλώνει φοιτητής κ ζει με τα λεφτά του μπαμπά κ στον ελεύθερο του χρόνο, πετάει μολότωφ χωρίς να έχει ιδέα γιατί το κάνει, χωρίς να έχει διαβάσει Μαρξ, Μπακούνιν, Τσόμσκι κ είναι ο ίδιος που τα σπάει στα γήπεδα, γιατί δε θέλω να σπάσω το μαγαζί με τα παπούτσια στη γωνία γιατί δε μου φταίει σε τίποτα ο έμπορος που τα έχει, γιατί δε θέλω να βρίσω κανένα μπάτσο κ μετά από ένα μήνα να κάνω γκρουπ στο facebook για τον "καημένο" αστυνομικό που του σκασε το γράμμα στα χέρια. Δεν πιστεύω στις παράπλευρες απώλειες, πιστεύω στην απώλεια που για σένα είναι παράπλευρή αλλά για κάποιον άλλον είναι η μάνα του, η αδερφή του, ο άνθρωπος που αγαπάει, όλη του η ζωή. Γιατί έτσι δεν θα γίνει τίποτα. Η απάντηση ήρθε από το στόμα του άντρα μιας από των εκλιπόντων, με αξιοπρέπεια, χωρίς δάκρυα, υστερίες κ πλαστές συγκινήσεις "Ας κάτσουμε να σκεφτούμε όλοι τι κάναμε κ φτάσαμε ως εδω". Οχι τι κάνατε, ούτε τι κάνανε, ΤΙ ΚΑΝΑΜΕ.
Είναι 5 Μαίου 2011, δεν έχει ήλιο σήμερα, βρέχει από το πρωί, άργησα να ξυπνήσω όπως κάθε μέρα έκλεισα 3 φορές το ξυπνητήρι, κι όταν αντιλήφθηκα πως κλασικά θα αργούσα στη δουλειά, πετάχτηκα σαν ελατήριο, ντύθηκα σε 5 λεπτά, έβγαλα το σκύλο για τσίσα, τσέκαρα τη λίστα με τα ψώνια του σουπερ μαρκετ, έβγαλα το κοτόπουλο από την κατάψυξη να ξεπαγώσει, φίλησα τον άντρα μου, έβαλα μουσική για να ξυπνήσει με το αγαπημένο του τραγούδι κ έφυγα. Οπως κάθε μέρα, βάφτηκα στο τρίτο φανάρι που κρατάει πολύ, τηλεφώνησα στη μαμά μου να της πω καλημέρα, πήρα εφημερίδα κ μπήκα στο γραφείο. Ανοιξα τον υπολογιστή, έβαλα γαλλικό καφέ κ ξεκίνησα να δουλεύω. Είναι μία κανονική μέρα, μια βαρετά κανονική μέρα. Δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να πεθάνω σήμερα. Και δε θέλω να πεθάνω σήμερα, ούτε να νιώθω τύψεις που ζω. Θέλω να κάτσω κ να σκεφτώ τι έκανα κ φτάσαμε ως εδώ.