
"Υπάρχει μια πάθηση που λέγεται στατικός ίλιγγος.
Στη Φυσική ορίζεται ως εκτροπή σώματος που πέφτει ελεύθερο.
Στον έρωτα, το λένε Εξομολόγηση."
Πάσχω και από τα δύο. Για τον στατικό ίλιγγο υπάρχει το Vertigo Vomex, η εξομολόγηση δεν ξέρω πως αντιμετωπίζεται.
Η εξόμολόγηση με τη θρησκευτική της έννοια είναι κάτι που με άφηνε πάντα παγερά αδιάφορη ίσως και έντονα αρνητική λόγω τραυματικής εμπειρίας. Βλέπεις πήγα σε ένα σχολείο στο οποίο η διαδικασία αυτή ήταν υποχρεωτική. Ωστόσο η εμπειρία μου αυτή της υποχρεωτικής εξομολόγησης σε έναν απολύτως ξένο, με γένια κ μαύρα ρούχα μου άφησε ένα κέρδος, την ευκολία να εξομολογούμαι σχεδόν τα πάντα σε οικείους, γονείς, φίλους, εραστές. Και αυτός ήταν ο τρόπος που σχετιζόμουν πάντα με τους γύρω μου, ο ξεγύμνωτος. Φυσικά αυτός ήταν ο δικός μου τρόπος, όχι των άλλων. Και κάπως έτσι δημιουργούνται οι λεγόμενες δυσλειτουργικές σχέσεις.
Εχοντας κάνει από νωρίς την παραδοχή για τη διαφορετικότητα των ανθρώπων, η μόνη τεχνική δυσκολία που βρήκα ήταν να κατανοήσω και να αποδεχτώ (γιατί πάντα η κατανόηση προηγείται της αποδοχής) αυτή ακριβώς την επιλογή των ανθρώπων να αφήνουν πράγματα ανομολόγητα, ειδικά όταν μιλάμε για έρωτα. Προσεγγίζοντς αυτό το μυστήριο φαινομένο προσπαθώντας να δώσω απαντήσεις σε απαρηγόρητους φίλους αλλά και στον απαρηγόρητο, κατα καιρούς εαυτό μου, έκανα πολλές υποθέσεις. Άλλοτε το εξήγούσα λέγοντας πως είναι δειλοί, άλλοτε ανασφαλείς, άλλοτε αθεράπευτα εγωιστές. Μετά τους καταδίκασα εντελώς με την εξήγηση ότι είναι οι άρρωστοι ερωτευμένοι, οι εκ γενετής απαρηγόρητοι, που πιστεύουν πως, όποιος αγαπάει, ξέρει και να κρύβεται από τον παραλήπτη της αγάπης του κ φώναζα πόσο λάθος είναι. Μετά ένιωθα ενοχές και είπα να τους δικαιολογήσω σκεπτόμενη πως ο έρωτας είναι όντως ένα είδος πρόσκαιρης καταστροφής, απορρύθμισης ενός συστήματος από ένα άλλο, κι έτσι απορρυθμισμένοι που είναι που να βρουν το θάρρος μιας εξομολόγησης. Κι έμεινα να αναρωτιέμαι ποιός είναι τελικά σε χειρότερη θέση ο "εξομολογηθείς εκτεθειμένος" ή αυτός που καταπιέζει, στριμώχνει, φυλακίζει μέσα του όμορφα συναισθήματα που μετά από πολύ καιρό παραμονής σε "κλειστό χώρο" θα μουχλιάσουν τόσο που θα αποβούν τοξικά για τον άλλον αλλά και για τον ίδιο; Απάντηση δε βρήκα, είναι δύσκολο να εξηγήσεις κάτι που δεν έχεις ιδέα πως να το κάνεις. Εγώ είπαμε είμαι από τους άλλους τους ξεγύμνωτους. Αλήθεια εγώ γιατί εξομολογούμαι;
Και εκεί φύτρωνει η αμφιβολία. Τι ψάχνεις όταν εξομολογείσαι; την ανακούφιση; την κατανόηση; ή μήπως όταν μιλάμε για έρωτα η φαινομενικά αγνή σου εξομολόγηση δεν είναι τίποτα άλλο από τη βίαιη επιθυμία να εγκατασταθείς μέσα στα αισθήματα του άλλου; Μήπως εξομολογείσαι τον έρωτά σου, για να αρχίσει εκείνος ο μηχανισμός που βασίζεται στη βία της αμοιβαιότητας, αλλά που σου χαρίζει έναν ήσυχο ύπνο; Εκεί όπου το εξομολογημένο “αγαπώ” σου δεν θα σημαίνει εν τέλει παρά ένα επιτακτικό “αγάπα με κι εσύ”;. Κι έτσι αυτή η απλή σκέψη μπορεί να γίνει μια σοκαριστική στιγμή αυτογνωσίας. Πόσες φορές είπες ενα "σε θέλω", "μου λείπεις", "θέλω να είμαι μαζί σου" απλά και μόνο γιατί υποσυνείδητα περίμενες την απάντηση; Μάλλον πολλές, πάρα πολλές και όταν δεν την πάρεις εκείνη τη ρημάδα την απάντηση όλα αυτά τα καταπληκτικά μετατρέπονται πολύ εύκολα σε θυμό, άρνηση, απόρριψη. Τόσο αληθινά ήταν αυτά τα συναισθήματα που ρυθμίζονται βάση ανταποδοτικότητας. Προφανώς και δεν ήταν.
Το επιθυμητό είναι το άλλο επίπεδο, αυτό που τα συναισθήματα βγαίνουν "για τα καλά έξω". Και εκεί έχω πάει. Το επίπεδο αυτό φτάνεται δύσκολα αλλά κάποια στιγμή φτάνεται. Σημειωτέον ότι στο δρόμο θα πρέπει να έχεις παλέψει με συμπλέγματα, και ανασφάλειες, να έχεις γίνει φίλος με την απόρριψη και να έχεις σκοτώσει κάθε μικροβιάκι εγωισμού. Είναι το σημείο που εξομολογείσαι χωρίς να περιμένεις τίποτα, χωρίς να αποζητάς καμία εγκατάσταση, γιατί απλά σου αρκεί μόνο αυτό που νιώθεις, αυτό που ένιωσες για τον άλλον και είσαι απολύτως σίγουρος ότι το αξίζει. Καμία απάντηση δε χρειάζεται για να σου το βεβαιώσει, καμία αμοιβαιότητα. Ας πούμε ότι κάνεις ένα δώρο στον άλλον αυτό ακριβώς που σου έδωσε κι αυτός, το συναίσθημα σου. Το έχω ξαναγράψει πως τα συναισθήματα ανήκουν σε εκείνον που στα προκάλεσε, όχι σε σένα.
Αν δεν αντέχεις να το πεις και να μείνεις,
μπορείς τουλάχιστον να το πεις
και, όχι να φύγεις – να χαθείς…
Πως αυτό που ζητάς όταν χάνεσαι – και όχι όταν φεύγεις –
είναι πάντα η εγκατάσταση…
Λέει η Μαλβίνα Κάραλη, μάλλον κάτι παραπάνω θα ήξερε από μένα. Εγώ αυτό που ξέρω είναι πως τις ελάχιστες φορές που δε μίλησα, όταν πια η ευκαιρία αυτή είχε φύγει ανεπιστρεπτί, το μετάνιωσα οικτρά.