Κανονικά είχα γράψει ένα κείμενο για τους αγανακτισμένους, την πολιτική κατάσταση, το αβέβαιο μέλλον και το δανεισμένο παρόν. Ο μικρόκοσμος μου αυτή τη φορά κέρδισε προτεραιότητα.
Ο θάνατος για τη δική μου ζωή μέχρι ώρας έχει ταυτιστεί με ένα τηλεφώνημα. Χτυπάει το τηλέφωνο ένα κανονικό απόγευμα και σε ένα λεπτό ο εγκέφαλος σου καταγράφει μια πληροφορία που είναι εύκολο να ακούσεις αλλά τρομερά δύσκολο να συνειδητοποιήσεις. Ενας άνθρωπος δικός σου, καλός φίλος που πριν από δύο ώρες κάνατε πλάκα, χαμογελούσε, έπινε τον καφέ του δεν υπάρχει πια. Δ ε ν υ π ά ρ χ ει. Κι εσύ τον χαιρέτησες όπως κάθε μέρα, δεν είπες τίποτα ιδιαίτερο, τίποτα σημαντικό, ήταν απόλυτα δεδομένο ότι θα τον δεις άυριο. Αλλά δεν ήταν δεδομένο, ποτέ δεν είναι, έτσι απλά νομίζουμε, έτσι ζούμε την κάθε μέρα, θεωρώντας πολλά πράγματα δεδομένα, είναι η συνήθεια μας ή ο μηχανισμός της επιβίωσης μας.
Παράδοξο πως και η ζωή έχει ταυτιστεί με ένα τηλεφώνημα. Την ίδια ακριβώς μέρα που ένας άνθρωπος δικός σου φεύγει, χτυπάει το τηλέφωνο και σε ένα λεπτό ο εγκέφαλος σου καταγράφει μια πληροφορία που είναι εύκολο να ακούσεις και ακόμη πιο εύκολο να συνειδητοποιήσεις. Ενας άνθρωπος δικός σου έφερε στη ζωή έναν καινούριο άνθρωπο. Και για αυτό το νέο δεν χρειάζεται καμία δεύτερη σκέψη, η ευτυχία χωνεύεται πάντα πιο εύκολα από τη δυστυχία.
Κι εκείνη την περίεργη μέρα συνειδητοποίησα πως αυτός είναι ο κύκλος της ζωής με μια κοινή συνισταμένη. Όταν έρχεσαι και όταν φεύγεις από τη ζωή συμβαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Σε συνοδεύουν οι άνθρωποι σου, με χαμόγελο και δάκρυα, αυτοί που θα σ' αγαπήσουν και αυτοί που σ' αγάπησαν, γιατί στο τέλος μένει μόνο, πάντα η αγάπη. Και οι αναμνήσεις.
"Οι άνθρωποι μπορεί να μη θυμούνται τι έκανες ή τι τους είπες, αλλά πάντα θα θυμούνται πώς τους έκανες να αισθανθούν."