Είναι ωραίο να συναντάς παλιούς καλούς φίλους μετά από καιρό. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι έχεις χάσει πολλά επεισόδια.
- Λοιπόν πρέπει να αναπληρώσουμε κενό τριών ετών λέω στον Δ. περίεργη. Ο Δ. φίλος καλός, Manager αναδιοργάνωσης ή κάτι τέτοιο εντυπωσιακό, με καρδιά hippie και gentleman από τους λίγους. Λέγε τι κάνει η Κ.; τον ρωτάω
- Χωρίσαμε, μου απαντάει ήρεμος
- Όχι ρε γμτ, μένατε μαζί, αγαπιόσασταν.. γιατί τι συνέβη; Γιατί χωρίσατε; ρωτάω επιφυλακτικά η ανυποψίαστη νεαρά.
- Για τη τσιπούρα, μου απαντάει ανέκφραστα.
Κόκαλο εγώ.
- Έλα κόφτη πλάκα και λέγε τι έγινε. Το ξέρω ότι το φιλαράκι μου ο Δ. είναι λίγο τζαζ αλλά όχι τόσο για να την κάνει για μια τσιπούρα..
- Αλήθεια, μου λέει σοβαρός, για τη τσιπούρα..Θα σου εξηγήσω ευθύς αμέσως. Ξέρεις, μου λέει, ότι εγώ είμαι δεινός ψαροφάγος. Θέλω να τρώω το ψαράκι μου ρε παιδί μου, μ αρέσουν σχεδόν όλα τα ψάρια.Αν γινόταν θα έτρωγα κάθε μέρα ψάρι.
- Ωραία και;
- H K. Το σιχαίνεται το ψάρι!
- Ε καλά και είναι αυτό αιτία χωρισμού; τον κοιτάω με καχυποψία, έτοιμη για κριτική.
- Δεν τελείωσα.. περίμενε μου γνέφει με το χέρι.
- Άντε να δω που το πας
- Η Κ. που λες επειδή μ’ αγαπούσε αποφάσισε να κάνει μια υποχώρηση. Καθώς το μόνο ψάρι που μπορούσε να ανεχτεί να φάει ήταν η τσιπούρα, είπαμε λοιπόν κάθε Σάββατο να τρώμε τσιπούρα. Να τρώω κι εγώ το ψαράκι μου, να μην καταπιέζεται κι εκείνη. Ε! μόνο μία φορά την εβδομάδα ψάρι το πάλευε, αρκεί να ήταν μόνο τσιπούρα. Και έτσι περνούσαν τα χρόνια, σταθερά κάθε Σάββατο τσιπούρα.
- Ναι και που είναι το πρόβλημα;
- Το πρόβλημα είναι ότι κατά βάθος κάθε Σάββατο τσιπούρα την άκουσα! Δεν άντεχα να στερούμαι για την Κ. όλα τα απίστευτα νόστιμα ψάρια που μπορούσα να φάω και όταν δάγκωνα την τσιπούρα φαντασιωνόμουν σαργούς, φαγκριά και κωλοχτύπες, από την άλλη εκείνη δάγκωνε το ψάρι και με κοίταγε με το σιωπηλό βλέμμα «Για σένα το κάνω μλκα. Ποια; Εγώ! που με κυνήγαγε η γιαγιά μου με τη σαρδέλα στο πιρούνι και έκανα απεργία πείνας μια βδομάδα προκειμένου να φάω ψάρι, για σένα υποχωρώ, να το ξέρεις»..Από αγάπη. Από αγάπη κάναμε ο ένας θυσία για τον άλλον αλλά στο τέλος σηκωνόμασταν και οι δύο από το τραπέζι δυστυχισμένοι.
- Κατάλαβες;
- Κατάλαβα λέω αποσβολωμένη.
- Κι εγώ! Πετάγεται η φίλη μου η Μ. με μάτια που γυαλίζουν. Η φίλη μου η Μ. ηθοποιός που ονειρευόταν να γίνει κηπουρός, μοιάζει με ξωτικό από αυτά που μιλάνε με χαμηλά ντεσιμπέλ, μαγευτική φωνή και αξιοζήλευτη ηρεμία αλλά ξαφνικά σου καρφώνουν ατάκες to be remembered.
- Τι κι εσύ; ταράζομαι.
- Κι εγώ με τον Γ. μετά από τόσα χρόνια χωρίσαμε για τα θαλασσινά!
- Καλά με δουλεύετε σήμερα; τι λες; τη ρωτάω ταραγμένη! Πότε; Πως; Γιατί;
- Αυτό που ακούς! Θυμάσαι που ο Γ. είχε αλλεργία στα θαλασσινά, ενώ εγώ τα λάτρευα αλλά λόγω της καταραμένης αλλεργίας ποτέ δεν τα μαγειρεύαμε σπίτι;
- Ναι πως δεν θυμάμαι.
- Θυμάσαι που μια φορά δοκίμασε ο Γ. σε ένα ουζερί ένα κομμάτι χταποδάκι και δεν έπαθε τίποτα και ξεθάρρεψε ότι τάχα μου την ξεπέρασε τη αλλεργία;
- Α! ναι! Και την άλλη μέρα ήρθε σπίτι με γαρίδες για να φτιάξετε ριζότο! Τι γλυκός..
- Α γειά σου! Θυμάσαι τι ακολούθησε;
- Μμμ ναι, συνοφρυώνομαι. Το ριζότο έγινε πεντανόστιμο και στις 5 μπουκιές ο Γ. τουμπάνιασε σαν zeppelin!αλλεργικό σοκ!
- Ακριβώς! Από τις πιο τρομακτικές στιγμές μου, να μην ξέρω τι να κάνω, να προσπαθώ να βρω ταξί να τον πάω στο νοσοκομείο και να μη βρίσκω, να τον βλέπω σχεδόν να πεθαίνει μπροστά μου ανήμπορη να τον βοηθήσω! Κι εκεί ξαφνικά που είχα απελπιστεί, γυρνάει στο πλάι, κάνει εμετό και μου λέει “I’ M BACK!”. Ε μετά δεν θυμάμαι, μόλις είδα ότι είναι καλά, λιποθύμησα. Αυτά.
- Δεν καταλαβαίνω..
- Τι δεν καταλαβαίνεις; Είναι απλό, ξέραμε από την αρχή ότι κάτι δεν κολλάει, στην αρχή δε μας πείραζε, προς στιγμήν νομίσαμε ότι θα άλλαζε, τελικά δεν άλλαξε, ο Γ. χάθηκε σε όλο αυτό, εγώ προσπαθούσα να τον επαναφέρω και όταν πια επανήλθε δριμύτερος, εγώ κατέρρευσα.
- Κατάλαβες;
- Κατάλαβα λέω αποσβολωμένη.
Και όντως είχα καταλάβει πολύ καλά, τα πράγματα είναι τόσο απλά, όσο ένα πιάτο φαί. Πάντως για καλό και για κακό, αύριο θα μαγειρέψω κρέας, σκέφτομαι…κοκκινιστό που αρέσει σε όλους.
- Λοιπόν πρέπει να αναπληρώσουμε κενό τριών ετών λέω στον Δ. περίεργη. Ο Δ. φίλος καλός, Manager αναδιοργάνωσης ή κάτι τέτοιο εντυπωσιακό, με καρδιά hippie και gentleman από τους λίγους. Λέγε τι κάνει η Κ.; τον ρωτάω
- Χωρίσαμε, μου απαντάει ήρεμος
- Όχι ρε γμτ, μένατε μαζί, αγαπιόσασταν.. γιατί τι συνέβη; Γιατί χωρίσατε; ρωτάω επιφυλακτικά η ανυποψίαστη νεαρά.
- Για τη τσιπούρα, μου απαντάει ανέκφραστα.
Κόκαλο εγώ.
- Έλα κόφτη πλάκα και λέγε τι έγινε. Το ξέρω ότι το φιλαράκι μου ο Δ. είναι λίγο τζαζ αλλά όχι τόσο για να την κάνει για μια τσιπούρα..
- Αλήθεια, μου λέει σοβαρός, για τη τσιπούρα..Θα σου εξηγήσω ευθύς αμέσως. Ξέρεις, μου λέει, ότι εγώ είμαι δεινός ψαροφάγος. Θέλω να τρώω το ψαράκι μου ρε παιδί μου, μ αρέσουν σχεδόν όλα τα ψάρια.Αν γινόταν θα έτρωγα κάθε μέρα ψάρι.
- Ωραία και;
- H K. Το σιχαίνεται το ψάρι!
- Ε καλά και είναι αυτό αιτία χωρισμού; τον κοιτάω με καχυποψία, έτοιμη για κριτική.
- Δεν τελείωσα.. περίμενε μου γνέφει με το χέρι.
- Άντε να δω που το πας
- Η Κ. που λες επειδή μ’ αγαπούσε αποφάσισε να κάνει μια υποχώρηση. Καθώς το μόνο ψάρι που μπορούσε να ανεχτεί να φάει ήταν η τσιπούρα, είπαμε λοιπόν κάθε Σάββατο να τρώμε τσιπούρα. Να τρώω κι εγώ το ψαράκι μου, να μην καταπιέζεται κι εκείνη. Ε! μόνο μία φορά την εβδομάδα ψάρι το πάλευε, αρκεί να ήταν μόνο τσιπούρα. Και έτσι περνούσαν τα χρόνια, σταθερά κάθε Σάββατο τσιπούρα.
- Ναι και που είναι το πρόβλημα;
- Το πρόβλημα είναι ότι κατά βάθος κάθε Σάββατο τσιπούρα την άκουσα! Δεν άντεχα να στερούμαι για την Κ. όλα τα απίστευτα νόστιμα ψάρια που μπορούσα να φάω και όταν δάγκωνα την τσιπούρα φαντασιωνόμουν σαργούς, φαγκριά και κωλοχτύπες, από την άλλη εκείνη δάγκωνε το ψάρι και με κοίταγε με το σιωπηλό βλέμμα «Για σένα το κάνω μλκα. Ποια; Εγώ! που με κυνήγαγε η γιαγιά μου με τη σαρδέλα στο πιρούνι και έκανα απεργία πείνας μια βδομάδα προκειμένου να φάω ψάρι, για σένα υποχωρώ, να το ξέρεις»..Από αγάπη. Από αγάπη κάναμε ο ένας θυσία για τον άλλον αλλά στο τέλος σηκωνόμασταν και οι δύο από το τραπέζι δυστυχισμένοι.
- Κατάλαβες;
- Κατάλαβα λέω αποσβολωμένη.
- Κι εγώ! Πετάγεται η φίλη μου η Μ. με μάτια που γυαλίζουν. Η φίλη μου η Μ. ηθοποιός που ονειρευόταν να γίνει κηπουρός, μοιάζει με ξωτικό από αυτά που μιλάνε με χαμηλά ντεσιμπέλ, μαγευτική φωνή και αξιοζήλευτη ηρεμία αλλά ξαφνικά σου καρφώνουν ατάκες to be remembered.
- Τι κι εσύ; ταράζομαι.
- Κι εγώ με τον Γ. μετά από τόσα χρόνια χωρίσαμε για τα θαλασσινά!
- Καλά με δουλεύετε σήμερα; τι λες; τη ρωτάω ταραγμένη! Πότε; Πως; Γιατί;
- Αυτό που ακούς! Θυμάσαι που ο Γ. είχε αλλεργία στα θαλασσινά, ενώ εγώ τα λάτρευα αλλά λόγω της καταραμένης αλλεργίας ποτέ δεν τα μαγειρεύαμε σπίτι;
- Ναι πως δεν θυμάμαι.
- Θυμάσαι που μια φορά δοκίμασε ο Γ. σε ένα ουζερί ένα κομμάτι χταποδάκι και δεν έπαθε τίποτα και ξεθάρρεψε ότι τάχα μου την ξεπέρασε τη αλλεργία;
- Α! ναι! Και την άλλη μέρα ήρθε σπίτι με γαρίδες για να φτιάξετε ριζότο! Τι γλυκός..
- Α γειά σου! Θυμάσαι τι ακολούθησε;
- Μμμ ναι, συνοφρυώνομαι. Το ριζότο έγινε πεντανόστιμο και στις 5 μπουκιές ο Γ. τουμπάνιασε σαν zeppelin!αλλεργικό σοκ!
- Ακριβώς! Από τις πιο τρομακτικές στιγμές μου, να μην ξέρω τι να κάνω, να προσπαθώ να βρω ταξί να τον πάω στο νοσοκομείο και να μη βρίσκω, να τον βλέπω σχεδόν να πεθαίνει μπροστά μου ανήμπορη να τον βοηθήσω! Κι εκεί ξαφνικά που είχα απελπιστεί, γυρνάει στο πλάι, κάνει εμετό και μου λέει “I’ M BACK!”. Ε μετά δεν θυμάμαι, μόλις είδα ότι είναι καλά, λιποθύμησα. Αυτά.
- Δεν καταλαβαίνω..
- Τι δεν καταλαβαίνεις; Είναι απλό, ξέραμε από την αρχή ότι κάτι δεν κολλάει, στην αρχή δε μας πείραζε, προς στιγμήν νομίσαμε ότι θα άλλαζε, τελικά δεν άλλαξε, ο Γ. χάθηκε σε όλο αυτό, εγώ προσπαθούσα να τον επαναφέρω και όταν πια επανήλθε δριμύτερος, εγώ κατέρρευσα.
- Κατάλαβες;
- Κατάλαβα λέω αποσβολωμένη.
Και όντως είχα καταλάβει πολύ καλά, τα πράγματα είναι τόσο απλά, όσο ένα πιάτο φαί. Πάντως για καλό και για κακό, αύριο θα μαγειρέψω κρέας, σκέφτομαι…κοκκινιστό που αρέσει σε όλους.
